new-Deal
24
Jul
ΜΕΡΝΤΟΧ: Ο ΠΟΛΕΜΟΧΑΡΗΣ PDF Εκτύπωση E-mail
new-Deal ΕΠΙΛΟΓΕΣ - Διεθνή

δείξε το

 Το σκάνδαλο μεγατόνων με τις υποκλοπές του Ρούπερτ Μέρντοχ τα έχει όλα: πολιτικούς, δημοσιογράφους, διασημότητες, αστυνομικούς και ιδιωτικούς ντετέκτιβ, εγκληματίες, θύτες και θύματα, αλλά όλως παραδόξως κανέναν απολύτως ένοχο.

Η εμφάνιση του Αυστραλού μεγιστάνα στην επιτροπή Πολιτισμού και ΜΜΕ της Βουλής των Κοινοτήτων, όπου και δήλωσε την άγνοια και την αθωότητά του απέναντι σε κάθε κατηγορία που του επιρρίπτεται, ήταν αυτή ενός 80χρονου γέροντα καταπονημένου από τη προδοσία φίλων και εχθρών. Μια περίτρανη απόδειξη του πόσο τα φαινόμενα απατούν και του τι κάνει λίγη κακή ηθοποιία και ένας καλός δικηγόρος σύμβουλος.  

Γιατί στην περίπτωση του Ρούπερτ Μέρντοχ υπάρχουν πολύ περισσότερα από αυτά που βλέπει το μάτι και διαισθάνεται το μυαλό καθιστώντας το ερώτημα του ποιος είναι στη πραγματικότητα αυτός ο Αυστραλός που κατέκτησε Ηνωμένες Πολιτείες και Βρετανία πιο επίκαιρο, επείγον και ενδιαφέρον από ποτέ.

 Ένα καλό σημείο αφετηρίας για τη λύση του μυστηρίου είναι τι ακριβώς περιλαμβάνει η αυτοκρατορία του Ρούπερτ Μέρντοχ. Σύμφωνα με παλαιότερο κείμενο του Businessweek, «οι δορυφόροι του προσφέρουν τηλεοπτικά προγράμματα σε πέντε ηπείρους, έχοντας αποκτήσει την κυριαρχία στη Βρετανία, την Ιταλία, αλλά και σε μεγάλα τμήματα της Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Είναι ο εκδότης 175 εφημερίδων συμπεριλαμβανομένων της «New York Post» και των «Times of London» και ο ιδιοκτήτης του στούντιο Twentieth Century Fox Studio, του δικτύου Fox Network και 35 συνολικά τηλεοπτικών σταθμών που απαρτίζουν το 40% της μικρής οθόνης στις Ηνωμένες Πολιτείες»! Ο ίδιος πάντως, κληθείς κάποτε, για την ακρίβεια το 2003, να σχολιάσει εάν εκμεταλλεύεται την εξουσία που του προσφέρουν οι εφημερίδες και τα τηλεοπτικά του κανάλια για να ασκεί πολιτική πάνω από τους πολιτικούς, είχε πει ότι «όλα αυτά είναι ανοησίες». Η πραγματικότητα τον διαψεύδει και είναι τρομαχτική. 

Ο ΠΟΛΕΜΟΧΑΡΗΣ

 Ο Αυστραλός μεγιστάνας, πρωταγωνιστής των ημερών, είναι ιδιοκτήτης της νεοσυντηρητικής επιθεώρησης Weekly Standard στην οποία παρέλασαν σημαντικές προσωπικότητες που προώθησαν με όποιον τρόπο ήταν δυνατό τον πόλεμο στο Ιράκ. Όπως σημείωσε κάποια στιγμή η επιθεώρηση American Journalism Review, την οποία και επικαλείται παλαιότερο σχετικό άρθρο των Τζουντ Λέγκουμ και Κρίστι Χάρβει στην ιστοσελίδα του think tank Center for American Progress η Weekly Standard, «είχε μόνο 65.000 άτομα αναγνωστικό κοινό, αλλά η φωνή της έφτανε πολύ μακρύτερα από αυτό το περιοριστικό νούμερο». Ενδεικτικό είναι άλλωστε αυτό που είχε γράψει ο βρετανικός «Guardian» στις 12/2/2003, ότι ο Ρούπερτ Μέρντοχ είχε δώσει την έγκρισή του στον πόλεμο στο Ιράκ πριν ακόμα αυτός ξεκινήσει «επικροτώντας τον Τζορτζ Μπους ότι λειτουργούσε ηθικά και σωστά και χαρακτηρίζοντας τον Τόνι Μπλερ πολιτικό με κότσια», επειδή στάθηκε κερί αναμμένο στο πλευρό του πρώην Αμερικανού προέδρου όλη τη σκοτεινή περίοδο της δεύτερης στρατιωτικής εκστρατείας στον Κόλπο, αλλά και μετά, όταν οι μάσκες έπεσαν και τα όπλα μαζικής καταστροφής αποδείχθηκαν αέρας κοπανιστός. 

Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΗΣ

 Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί μπορεί να διαρρήγνυαν τα ιμάτιά τους πριν και τουλάχιστον τον πρώτο καιρό του πολέμου στο Ιράκ ότι αυτή η εισβολή δεν είχε σε τίποτα να κάνει με τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας, ο Ρούπερτ Μέρντοχ όμως δεν μάσησε εξαρχής τα λόγια του. Όπως έγραψε και πάλι ο βρετανικός «Guardian» στις 17/2/2003, ο Μέρντον «πιστεύει ότι η ανατροπή του Ιρακινού ηγέτη θα οδηγήσει σε φτηνότερο πετρέλαιο». Όπως άλλωστε είχε σχολιάσει ο ίδιος πριν από τον πόλεμο «το καλύτερο αποτέλεσμα από όλο αυτό για την παγκόσμια οικονομία είναι ότι το πετρέλαιο θα πάει στα 20 δολάρια το βαρέλι… Πρόκειται για το μεγαλύτερο όφελος από οποιαδήποτε φοροαπαλλαγή σε αυτή τη χώρα». 

Ο ΠΑΡΑΔΟΠΙΣΤΟΣ

 Σύμφωνα με τον James Fallows του Atlantic Monthly, οι περισσότερες αποφάσεις του Ρούπερτ Μέρντοχ αποσκοπούσαν στην εκμετάλλευση της πολιτικής επιρροής προς όφελος του εταιρικού κέρδος. Όπως άλλωστε σημείωνε σε άρθρο της στις 9/4/2003 η αμερικανική εφημερίδα «The New York Times», κάποια στιγμή το 2001 η βρετανική «Sun», η εφημερίδα με τη μεγαλύτερη τότε αναγνωσιμότητα στη Βρετανία, αποφάσισε να αγνοήσει τα παραδοσιακά συντηρητικά ένστικτά της και να υποστηρίξει τον Τόνι Μπλερ το πρόσωπο των Νέων Εργατικών της χώρας. Σύντομα το παράδειγμά της ακολούθησαν και όλες οι υπόλοιπες εφημερίδες του οργανισμού News Corp, δηλαδή οι «Times of London», «Sunday Times» και η ακόμα τότε κραταιά ταμπλόιντ «News of the World», που όλες τους μαζί αντιπροσώπευαν τότε το 35% του βρετανικού Τύπου. Αποτέλεσμα αυτής της μεταστροφής που κατέστησε τον Τόνι Μπλερ παντοκράτορα της Βρετανίας ήταν ο Βρετανός πρωθυπουργός να υποστηρίξει στο Κοινοβούλιο «ένα νόμο που χαλάρωνε τους περιορισμούς στην κατοχή ξένων μαζικής ενημέρωσης, επιτρέποντας επίσης σε έναν εκδότη μεγάλης εφημερίδας να κατέχει και τηλεοπτικό σταθμό». Και το όνομα αυτού Ρούπερτ Μέρντοχ. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι παρά το αμερικανικό εμπάργκο στη Κούβα, ο οργανισμός News Corp διαθέτει περίπου 789 επιχειρησιακές μονάδες σε 52 χώρες μεταξύ των οποίων η Μαυριτανία, τα νησιά Φίτζι και η Κούβα, όπως αποκάλυψε στις 7/12/1997 άρθρο της η «Washington Post», ενώ εξίσου εκπληκτικό είναι ότι για τη περίοδο 1994-’98 ο ίδιος οργανισμός του Ρούπερτ Μέρντοχ και οι θυγατρικές του κατέβαλαν μόλις 325 εκατ. δολάρια σε εταιρικούς φόρους σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή το 6% των 5,4 δισ. δολαρίων κέρδους τους προ φόρων, όταν η επίσης πολυεθνική αυτοκρατορία της Disney για το ίδιο χρονικό διάστημα επέστρεψε σε φόρους το 31% των κερδών της.

ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ

 

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της επιθεώρησης Columbia Journalism Review, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ρούντολφ Τζουλιάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης, ο οργανισμός News Corp έλαβε φοροελάφρυνση της τάξεως των 20,7 εκατ. δολαρίων για το κτίριο στο Μανχάταν που στέγαζε την Post, το Fox News Channel, το TV Guide και άλλες μιντιακές επιχειρήσεις του Αυστραλού μεγιστάνα. Όπως παραδέχτηκε πολλά χρόνια αργότερα ο Έρικ Μπρέιντελ αρχισυντάκτης των σελίδων αρθρογραφίας της Post στον πολιτικό ρεπόρτερ Γουέιν Μπάρετ της Village Voice καθ’ όλη τη διάρκεια της δημαρχίας του Ρούντολφ Τζουλιάνι δεν τυπώθηκε ούτε ένα άρθρο επικριτικό προς τη διακυβέρνησή του.

 

Ο ΔΙΠΛΩΜΑΤΗΣ

 Όπως έγραψε το αμερικανικό περιοδικό «Time» στις 25/10/1999, παρότι ορκισμένος αντι-σοβιετικός και αντικομουνιστής, ο Ρούπερτ Μέρντοχ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ερωτεύτηκε τη Κίνα, τις δυνατότητές της και το κέρδος που μπορούσε να αντλήσει προς όφελός του από την ηγεσία της μέσω της σύναψης διάφορων συμφωνιών για δορυφορικά τηλεοπτικά κανάλια. Σε μια προσπάθεια μάλιστα τότε να πείσει τους Κινέζους ότι δεν θα επικρίνει ποτέ τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις τους στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που έχει στη κατοχή του, σταμάτησε τη λειτουργία του BBC off Star TV, του δορυφορικού τηλεοπτικού καναλιού που λειτουργούσε στη Κίνα, όταν το BBC πρόβαλε ρεπορτάζ για το μακελειό στη πλατεία Τιενανμέν επιχειρηματολογώντας τότε χαρακτηριστικά ότι το BBC «μετά χαράς επιτίθεται στο καθεστώς παίζοντας το ίδιο ρεπορτάζ ξανά και ξανά». Το 1998 ο τότε Κινέζος πρόεδρος Ζιανγκ Ζεμίν απέδωσε τα εύσημα στον Μέρντοχ για τον «αντικειμενικό» τρόπο με τον οποίο οι εφημερίδες και τα τηλεοπτικά κανάλια του καλύπτουν την Κίνα.   από το www.dixti.net  
Σχόλια (0)add
πείτε μας τη γνώμη σας
μικρότερο | μεγαλύτερο

security image
Πληκτρολόγησε τους εμφανιζόμενους χαρακτήρες


busy